Δρ. Μιχάλης Κατσιμπούλας

Πνευμονεκτομή

Επισκόπηση

Στους σκύλους και τις γάτες, οι όγκοι των πνευμονικών λοβών είναι συνήθως αποτέλεσμα μετάστασης, δηλαδή μεταφοράς καρκινικών κυττάρων μέσω της κυκλοφορίας του αίματος από άλλο πρωτοπαθές σημείο. Οι πρωτοπαθείς πνευμονικοί όγκοι, που ξεκινούν από τον ίδιο τον πνευμονικό ιστό, είναι σαφώς σπανιότεροι.

Οι περισσότεροι πρωτοπαθείς όγκοι προέρχονται από αδενικό ιστό και ταξινομούνται ως αδενοκαρκινώματα ή βρογχογενή καρκινώματα. Λιγότερο συχνά, αναπτύσσονται από τους υποστηρικτικούς ιστούς του πνεύμονα, όπως:

  • ινοσαρκώματα (ινώδης ιστός),
  • χονδροσαρκώματα (χόνδρος),
  • αιμαγγειοσαρκώματα (αιμοφόρα αγγεία),
  • ή άλλοι μεσεγχυματικοί ιστοί.

Η έκθεση σε περιβαλλοντικούς παράγοντες αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης πρωτοπαθών πνευμονικών όγκων. Ζώα που ζουν σε σπίτια με καπνιστές ή σε περιβάλλοντα με ρύπους, όπως ο αμίαντος, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο. Οι βραχυκεφαλικές φυλές (π.χ. μπουλντόγκ, παγκ) προσβάλλονται συχνότερα από τις μακρύρρινες φυλές.

Σημεία & Συμπτώματα

Οι πρωτοπαθείς πνευμονικοί όγκοι διαγιγνώσκονται συνήθως σε μέσης ή μεγαλύτερης ηλικίας ζώα. Περίπου 25% των σκύλων και γατών δεν εμφανίζουν κανένα σύμπτωμα και οι όγκοι ανευρίσκονται τυχαία σε ακτινογραφίες θώρακος για άλλο λόγο.

Όταν υπάρχουν συμπτώματα, μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • βήχα,
  • απώλεια βάρους,
  • λήθαργο.

Μεγάλοι όγκοι ή όγκοι που πιέζουν ζωτικές δομές μπορεί να προκαλέσουν δύσπνοια ή αναγωγή τροφής, δηλαδή παθητική επιστροφή τροφής λίγο μετά τη σίτιση. Σε ορισμένα ζώα παρατηρείται χωλότητα, είτε λόγω μεταστάσεων είτε λόγω υπερτροφικής οστεοπάθειας, κατάστασης που χαρακτηρίζεται από οίδημα και παθολογική οστική ανάπτυξη στα άκρα.

Διαγνωστικός Έλεγχος

Οι πνευμονικοί όγκοι διαγιγνώσκονται με ακτινογραφία θώρακος ή αξονική τομογραφία (CT). Συνήθως δεν είναι ορατοί στην απλή ακτινογραφία έως ότου φτάσουν διάμετρο περίπου 1,3 cm.

Όγκοι μεγάλου μεγέθους ή κοντά στο θωρακικό τοίχωμα μπορούν να ληφθούν με λεπτοβελόνα, και το δείγμα εξετάζεται κυτταρολογικά. Παράλληλα, διενεργούνται εξετάσεις αίματος και ούρων για τον έλεγχο συνοδών νοσημάτων. Μπορεί να συστηθούν και εξετάσεις σταδιοποίησης, όπως υπερηχογράφημα κοιλίας, για τον εντοπισμό πρωτοπαθούς όγκου αλλού στο σώμα.

Θεραπεία

Σε περιπτώσεις μονήρους όγκου πνευμονικού λοβού, η χειρουργική αφαίρεση αποτελεί την προτιμώμενη θεραπεία. Η επέμβαση μπορεί να γίνει με ανοιχτή θωρακοτομή ή με ελάχιστα επεμβατικές θωρακοσκοπικές τεχνικές.

Η παρουσία πολλαπλών όγκων συνήθως υποδηλώνει μεταστατική νόσο, οπότε εξετάζονται εναλλακτικές θεραπείες όπως η χημειοθεραπεία.

Οι πνεύμονες σκύλων και γατών αποτελούνται από πολλαπλούς λοβούς που μπορούν να αφαιρεθούν ανεξάρτητα. Η πλειονότητα των επεμβάσεων γίνεται με θωρακοτομή, με τομή μεταξύ των πλευρών πίσω από το πρόσθιο άκρο. Τα αγγεία και ο βρόγχος του λοβού απολινώνονται ή συρράπτονται με χειρουργικό συρραπτικό.

Τοποθετείται θωρακικός σωλήνας για την απομάκρυνση αέρα ή υγρών και για τοπική αναλγησία. Συνήθως αφαιρείται σε 12–24 ώρες. Η αναλγησία μπορεί να περιλαμβάνει:

  • επισκληρίδιο αναισθησία,
  • ενδοφλέβια φάρμακα,
  • επιθέματα φαιντανύλης,
  • και από του στόματος φάρμακα.
Μετεγχειρητική Φροντίδα & Έκβαση

Το ζώο παραμένει νοσηλευόμενο έως ότου αφαιρεθεί ο θωρακικός σωλήνας, σταθεροποιηθεί η αναπνοή και ελεγχθεί ο πόνος. Η άσκηση περιορίζεται για 10–14 ημέρες. Ενδέχεται να απαιτηθεί επίδεση ή κολάρο για προστασία της τομής.

Ανάλογα με το ιστολογικό αποτέλεσμα, μπορεί να συστηθεί χημειοθεραπεία, ενώ συνιστώνται επανέλεγχοι με ακτινογραφία θώρακος για έγκαιρη ανίχνευση υποτροπής ή μεταστάσεων.

Η αναισθησία ενέχει αυξημένο κίνδυνο σε ηλικιωμένα ζώα, ιδιαίτερα με αναπνευστική νόσο. Πιθανές επιπλοκές περιλαμβάνουν αιμορραγία, διαφυγή αέρα και ανεπαρκή οξυγόνωση λόγω πόνου. Παρά ταύτα, τα περισσότερα ζώα αναρρώνουν επιτυχώς.

Δυσκολία στη βάδιση και οίδημα κοντά στην τομή είναι συχνά παροδικά για έως δύο εβδομάδες.

Η μέση επιβίωση μετά από λοβεκτομή για πρωτοπαθή πνευμονικό όγκο είναι ≥12 μήνες. Η πρόγνωση βελτιώνεται όταν ο όγκος είναι μικρός, περιφερικός, πλήρως αφαιρεθείς και χωρίς λεμφαδενική συμμετοχή. Αναφερόμενοι χρόνοι επιβίωσης:

  • 15–17,5 μήνες για περιφερικούς όγκους,
  • ~20 μήνες με φυσιολογικούς λεμφαδένες,
  • ~19 μήνες για πλήρως αφαιρεθέντα αδενοκαρκινώματα,
  • ~8 μήνες για πλακώδη καρκινώματα.

Η καλύτερη πρόγνωση παρατηρείται σε μικρούς, καλά διαφοροποιημένους θηλώδεις καρκινώματα χωρίς μεταστάσεις. Οι γάτες εμφανίζουν συχνότερα διασπορά της νόσου και γενικά έχουν δυσμενέστερη πρόγνωση από τους σκύλους.

Η αποφυγή παθητικού καπνίσματος αποτελεί το σημαντικότερο προληπτικό μέτρο, καθώς οι καρκινογόνες ουσίες μεταφέρονται στο περιβάλλον ακόμη και μέσω ρούχων και μαλλιών.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙ